Έχουν περάσει έξι χρόνια και αν κάποιος με ρωτήσει για εκείνη την ημέρα ένας κόμπος ανεβαίνει αυτόματα στον λαιμό.

Όταν λέω «εκείνη την ημέρα» εννοώ την ημέρα που με πήραν τηλέφωνο οι γονείς μου για να μου πουν ότι ο Ρίχτερ, το αγαπημένο μας dachshund ή αλλιώς το «λουκανικάκι» μας, δεν ήταν καλά. Ο γιατρός μας είχε προειδοποιήσει ότι μια μέρα η καρδιά του θα τον προδώσει. Κι έτσι κι έγινε.

Είχε ήδη επιβιώσει από μια καρδιακή προσβολή όμως αυτή τη φορά τα πράγματα φαίνονταν πολύ σκούρα. Μετά βίας ανέπνεε, η καρδιά του χτυπούσε αργά. Ήταν όμως σαν να με περίμενε να πάω στο πατρικό μου για να τον δω για μια τελευταία φορά πριν «φύγει».

Ο Ρίχτερ υπήρξε ένα σκυλί-άνθρωπος για την οικογένειά μου. Τον ονομάσαμε Ρίχτερ διότι ήρθε στο σπίτι μας λίγο πριν από τον μεγάλο σεισμό του ’99.

Του ταίριαζε το όνομα γιατί ήταν «σεισμός» κι ο ίδιος. Σπιρτόζος και τρυφερός, ήταν η χαρά της ζωής μας. Ήταν πάντα μαζί μας για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, είχε γίνει η «μασκότ» της Πειραϊκής και φυσικά το επίκεντρο του σύμπαντός μας, κάτι που συμβαίνει βέβαια σε πολλούς ανθρώπους που έχουν στο σπίτι τους ζώα συντροφιάς.

Λίγο πριν ξεψυχήσει, κατέβηκε από το κρεβάτι που τον είχαμε ανεβάσει, ήρθε προς το μέρος μου και ξάπλωσε δίπλα μου αφήνοντας την τελευταία του πνοή. Τι κι αν προσπαθούσαμε να του κάνουμε τεχνητή αναπνοή, ήταν μάταιο. Ξαφνικά στο σπίτι έπεσε σιωπή, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος.

Σε πολλούς φαίνεται περίεργο να θρηνεί κάποιος για μια γάτα ή ένα σκύλο. Όμως το πένθος για ένα κατοικίδιο δεν διαφέρει στην ουσία από το πένθος για έναν άνθρωπο. Πολλοί μάλιστα λένε ότι ο πόνος είναι μεγαλύτερος. Φαντάζει υπερβολικό, όμως μήπως τελικά δεν είναι, αν κανείς σκεφτεί ότι με ένα ζώο αναπτύσσεται μια συνεχής συντροφικότητα όπως και το γεγονός ότι υπάρχει η απόλυτη εξάρτηση του ζώου από τον άνθρωπο;

Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν πέθανε. Αν και ξέραμε ότι ήταν άρρωστος δεν θέλαμε να βάζουμε στον νου μας το κακό. Με το που έρχονταν οι σκέψεις «κι αν πάθει κάτι;» ή «τι θα γίνει αν πεθάνει;» τις σπρώχναμε στη γωνία ή τις κρύβαμε κάτω από το χαλί.

Δεν είχαμε προετοιμαστεί γι’ αυτή τη στιγμή. Χαϊδεύαμε το άψυχο κορμάκι του, κλαίγοντας όλο το βράδυ μέχρι που χάραξε η επόμενη μέρα.

Τι κάνεις όταν το ζωάκι σου πεθαίνει; Το θάβεις σε κοντινό λόφο ή σε κάποιο πάρκο; Και τι γίνεται αν ξεθαφτεί από άλλα ζώα ή αν βρέξει πολύ; Ούτε που ήθελα να το σκέφτομαι.

Κάτι πήγα να ψάξω στο Ίντερνετ, όμως δεν έβρισκα το κουράγιο. Τη «λύση» έδωσε μια φίλη μας γειτόνισσα. Να πάμε, είπε, να τον θάψουμε στο κτήμα της στη Σαλαμίνα. Κι αυτό κάναμε. Δύσκολο πολύ να σκάβεις τον λάκκο για την τελευταία «κατοικία» του αγαπημένου σου φίλου.

Για μήνες μετά επισκεπτόμασταν το μνήμα που είχαμε φτιάξει για τον Ρίχτερ, του αφήναμε λουλουδάκια, τον σκεφτόμασταν και γυρνούσαμε με μαυρισμένη την καρδιά πίσω στο «άδειο» σπίτι. Η απώλεια είναι ζόρικο συναίσθημα.

Όλα αυτά μου ήρθαν στο μυαλό τις προάλλες που επισκέφθηκα ένα κοιμητήριο ζώων συντροφιάς στο Κορωπί.

Στην είσοδό του, λίγο πριν από την έκταση με τις σειρές των υπερυψωμένων παρτεριών, όπου διακρίνω εκατοντάδες μαρμάρινες πλάκες, και ακριβώς δίπλα στις εγκαταστάσεις του αποτεφρωτηρίου, στέκεται μια γυναίκα. Έχει τα χέρια μέσα στις τσέπες του μπουφάν και περιμένει κοιτώντας με συννεφιασμένο βλέμμα κάθε τόσο προς τον κλίβανο.

«Ήταν το αγοράκι μας, ο Όσκαρ μας. Ένα υπέροχο golden retriever, ένα καταπληκτικό σκυλί. Ακόμα δεν έχουμε ξεπεράσει την απώλειά του κι ας έχουν περάσει τέσσερα χρόνια. Δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε να πάρουμε άλλο σκυλί. Ήταν σαν άνθρωπος. Σε κοιτούσε στα μάτια και επικοινωνούσε» μου λέει συγκινημένη.

Έχει έρθει για την εκταφή των οστών του σκυλιού της. «Μένουμε πια μόνιμα στην Τήνο και επειδή δεν μπορούμε να ερχόμαστε συχνά αποφασίσαμε να τον αποτεφρώσουμε για να τον πάρουμε μαζί μας στο νησί. Ήταν πολύ καλός κολυμβητής, υπήρξε και ναυαγοσώστης. Θέλουμε να πετάξουμε τη στάχτη του στη θάλασσα που τόσο αγαπούσε» λέει κρατώντας πλέον ένα μικρό ξύλινο κουτάκι με τις στάχτες του Όσκαρ.

Λίγο πιο κάτω βλέπω ένα ζευγάρι να περπατά προς τις συστάδες με τα μνήματα. Τους παρακολουθώ από απόσταση. Εκείνος κρατά ένα λούτρινο αρκουδάκι, στέκονται μπροστά σε ένα από τα μνήματα, εκείνος αφήνει το αρκουδάκι κι οι δυο τους αρχίζουν να κανακεύουν την μαρμάρινη πλάκα. «Τι κάνεις αγαπημένο μας μωρό; Μας λείπεις πολύ, το ξέρεις;».

Σε πολλούς φαίνεται περίεργο να θρηνεί κάποιος για μια γάτα ή ένα σκύλο. Όμως το πένθος για ένα κατοικίδιο δεν διαφέρει στην ουσία από το πένθος για έναν άνθρωπο. Πολλοί μάλιστα λένε ότι ο πόνος είναι μεγαλύτερος.

Φαντάζει υπερβολικό, όμως μήπως τελικά δεν είναι, αν κανείς σκεφτεί ότι με ένα ζώο αναπτύσσεται μια συνεχής συντροφικότητα όπως και το γεγονός ότι υπάρχει η απόλυτη εξάρτηση του ζώου από τον άνθρωπο; Ζούμε μαζί με τα κατοικίδιά μας, κοιμόμαστε μαζί τους, τα ταΐζουμε. Είναι τα «παιδιά» μας. Ίσως γι’ αυτό και ο πόνος της απώλειας είναι τόσο έντονος.

Ένα σκυλάκι ή μια γάτα μπορεί να υποκαθιστά κάποιο παιδί, αδελφό, στενό φίλο ή μακροχρόνιο σύντροφο. Ο μέσος όρος ηλικίας αυτών των ζώων, αν και είναι μικρός σε σχέση με την ανθρώπινη ζωή, ωστόσο είναι διάστημα αρκετό για να συνδεθούμε μαζί τους.

Γίνονται μέρος της οικογένειας και της καθημερινότητάς μας. Πόσοι δεν έχουμε συνδέσει το πρωινό μας ξύπνημα με τη βόλτα του σκύλου; Πολλοί γνωρίζουν τις γάτες τους τους μεγαλύτερο διάστημα από τις συζύγους ή τα παιδιά τους.

«Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις ότι είναι κάπου θαμμένο το ζώο σου. Είναι η ανάγκη που έχουμε ως άνθρωποι να ξέρουμε ότι είναι κάπου. Κουτό μεν, αλλά είναι βαθιά ριζωμένο μέσα στην ανθρώπινη ψυχολογία. Ξέρουμε ότι εδώ μπορούμε να ερχόμαστε και να επισκεπτόμαστε την αγαπημένη μας Joy. Λειτουργεί σαν μια κάποια παρηγοριά» μου λένε λίγο πριν φύγουν.

Είναι μια λαμπερή μέρα και στις σειρές με τα υπερυψωμένα παρτέρια γυαλίζουν κάτω από το φως του ήλιου οι μαρμάρινες πλάκες με τα εκατοντάδες ονόματα των «ένοικων» του χώρου.

Αρχίζω να διαβάζω: Τζίλντα, Ήρα, Ψιψινέλ, Μαλίνα, Ζιζέλ, Μπούμπης, Ρόκι, Λόρα, Ηρακλής, Μούργος, Shakira, Τζακ, Φούσκας, Ματίλντα, Μάξιμος, Μπίμπη.

Κάθε τάφος καταλαμβάνει ένα μικρό κομμάτι του παρτεριού, έχοντας δίπλα του τους υπόλοιπους για παρέα. Κάποιοι είναι λιτοί και απέριττοι ενώ σε κάποιους άλλους οι ιδιοκτήτες έχουν αφήσει μερικά αναμνηστικά: Μια φωτογραφία του τετράποδου φίλου τους, μια μπάλα, μικρά πλαστικά παιχνίδια ακόμα και το κολάρο του ζώου. Κάποιοι άλλοι έχουν ολόκληρα μηνύματα χαραγμένα πάνω τους. Άλλοι τα έχουν όλα αυτά μαζί.

Σκέφτομαι πως μέσα στο κιτς τους κρύβεται τρυφερότητα, πόνος, μελαγχολία, αγάπη και εν τέλει ομορφιά. Τα μηνύματα είναι απλά σπαραχτικά. Διαβάζω μερικές από τις επιγραφές στις ταφόπλακες:

Alfie, 13/05/09 έως 03/06/19. «Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, γλυκό μας αγγελούδι, μας ομόρφυνες τη ζωή και σε αγαπάμε τόσο πολύ. Είσαι η πιο γλυκιά ψυχούλα. Καλό σου ταξίδι. Θα σε ξαναβρούμε. Η οικογένειά σου».   Λέων, 2008-2018. «Ένας απίθανος φίλος».

Αλέξης. «Το αθάνατο τερατάκι μας που μας χάρισε τα ωραιότερα 17 χρόνια της ζωής μας».

Ζιζέλ. «Κοριτσάκι μου, καληνύχτα».

Ερμής. «Σ’ ευχαριστούμε για την άδολη αγάπη που απλόχερα μας χάρισες. Σ’ ευχαριστούμε για όλα αυτά τα υπέροχα χρόνια που ήσουν κοντά μας. Μας λείπεις αφάνταστα. Με το καλό να ξαναβρεθούμε σύντομα. Η οικογένειά σου».

Σπίθας, 2/01/2012 – 26/02/2017. «Έφυγες τόσο νωρίς, καρδιά μας. Αυτά τα όλο αγάπη μάτια έκλεισαν για πάντα. Πάντα θα σε σκεφτόμαστε και θα σε αγαπάμε. Μας λείπεις πολύ».

«Πάρη μου, σ’ ευχαριστώ που με έμαθες τι σημαίνει αληθινή αγάπη. Σε λατρεύω, η μαμά σου».

Sissy. «Όταν εγώ έφευγα, έκλαιγες εσύ. Τώρα που έφυγες εσύ, κλαίω εγώ. Μου λείπεις πολύ, ανασούλα μου».

Λίγο πριν φύγω, συναντώ άλλες δύο κυρίες. Κρατάνε στα χέρια το άψυχο σώμα του σκυλιού τους τυλιγμένο μέσα σε ένα σεντονάκι. Αρχικά ξεκινά η διαδικασία της ταφής όμως στην πορεία αλλάζουν γνώμη και δίνουν το ζώο για αποτέφρωση. Μου λέει η μία από τις δύο:

«Έχουν περάσει σκυλιά και σκυλιά από τα χέρια μου όμως αυτός εδώ ήταν το κάτι άλλο. Τον έλεγα Τζου από το Τζούνιορ, γιατί ήταν το στερνοπούλι μου. Μου έσπαγε τα νεύρα. Με ακολουθούσε συνέχεια και παντού. Ακόμα και στην τουαλέτα έμπαινε μαζί μου. Τώρα που έφυγε δεν μπορώ να τον αποχωριστώ. Σκέφτηκα να τον θάψω αλλά τελικά αποφάσισα να τον αποτεφρώσω για να τον έχω συνέχεια μαζί μου στο σπίτι. Άκου τώρα! Στα 63 μου χρόνια να γίνω τόσο πολύ ευαίσθητη. Εγώ που πάντα ήμουν μια σκληρή γυναίκα».

Βγάζει από την τσέπη το κινητό της τηλέφωνο και μου δείχνει μια φωτογραφία του σκουπίζοντας τα μάτια της.